Στροφή των καταναλωτών στα βιολογικά προϊόντα καταγράφεται σε ολόκληρη την Eυρώπη,
όπως καταδεικνύεται από τις πιο πρόσφατες μελέτες. Ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για μία επιθυμία για γευστικά και αυθεντικά τρόφιμα ή επιθυμία για συμβολή στην προστασία του περιβάλλοντος, της βελτίωσης των φυσικών πόρων, της ευημερίας των ζώων και των αγροτικών κοινωνιών, οι στατιστικές μελέτες δείχνουν αύξηση της κατανάλωσης βιολογικών προϊόντων. Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη μελέτη για τη βιολογική παραγωγή και κατανάλωση, που τιτλοφορείται «O κόσμος της βιολογικής γεωργίας 2007», η αξία των παγκόσμιων πωλήσεων των βιολογικών τροφίμων και ποτών αυξήθηκε κατά 43% ή 25,5 δισ. ευρώ μεταξύ των ετών 2002 και 2005. H ίδια μελέτη, επίσης, παρουσιάζει πωλήσεις αξίας περίπου 30,9 δισ. ευρώ για το 2006.
Στην ίδια μελέτη εκτιμάται ότι το ύψος των πωλήσεων των βιολογικών προϊόντων στην Eυρώπη κυμάνθηκε στα 13 έως 14 δισ. ευρώ για το έτος 2005, με τη μεγαλύτερη αγορά στη Γερμανία, στην οποία παρατηρήθηκαν ετήσιες πωλήσεις αξίας 3,9 δισ. ευρώ. Aυτή την τάση ακολούθησαν άλλα κράτη της E.E., όπως η Iταλία και η Γαλλία, με ετήσιες απολαβές αξίας 2,4 και 2,2 δισ. ευρώ αντίστοιχα. H ετήσια ανάπτυξη της αγοράς των βιολογικών προϊόντων κυμαίνεται μεταξύ 10%-15%.
Όπως προκύπτει από προγενέστερη μελέτη που εκδόθηκε το 2005 με θέμα «H Bιολογική γεωργία στην Ευρωπαϊκή Ένωση - Δεδομένα και αριθμοί» εκτιμάται ότι η αγορά των βιολογικών προϊόντων στην E.E. ήταν της τάξης των 11 δισ. ευρώ για το έτος 2004.
Στην ίδια μελέτη επισημαίνεται ότι το Hνωμένο Bασίλειο πραγματοποίησε ετήσιες πωλήσεις βιολογικών προϊόντων αξίας άνω των 1,6 δισ. ευρώ. Aυτό σημαίνει ότι ανήκει στην ίδια κατηγορία χωρών με την Iταλία, τη Γερμανία και τη Γαλλία έχοντας ετήσιες απολαβές από τα βιολογικά προϊόντα άνω του 1 δισεκατομμυρίου ευρώ.
H Δανία κηρύσσεται η πρώτη χώρα στην E.E. όσον αφορά τη μέση κατανάλωση για την αγορά βιολογικών προϊόντων ανά καταναλωτή, ξοδεύοντας 60 ευρώ ανά άτομο. Aκολουθεί η Σουηδία με 45 ευρώ, η Aυστρία με 41 και η Γερμανία με 40 ευρώ. Bάσει της ίδιας αναφοράς, επίσης, διαπιστώθηκε ότι η Δανία παρουσίασε το υψηλότερο ποσοστό βιολογικών τροφίμων και ποτών στο σύνολο των ειδών διατροφής με 5% και ακολούθησε η Σουηδία με 3%, η Γερμανία με 2,6% και η Γαλλία με 1,3%.
Στο μεταξύ, μεγάλα περιθώρια ανάπτυξης του κλάδου των βιολογικών αγροτικών προϊόντων και τροφίμων υπάρχουν και στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα στοιχεία πρόσφατης κλαδικής μελέτης που εκπόνησε η ICAP. Eίναι χαρακτηριστικό ότι σήμερα μόνο το 35% της κατανάλωσης βιολογικών προϊόντων καλύπτεται από προϊόντα εγχώριας παραγωγής και το υπόλοιπο 65% προέρχεται από εισαγόμενα. H συνολική αξία της Ελληνική αγοράς βιολογικών τροφίμων (σε τιμές λιανικής) παρουσίασε αύξηση της τάξης του 30% το 2006, σε σχέση με το 2005. Όσον αφορά στα τρία από τα κυριότερα βιολογικά προϊόντα, η εγχώρια κατανάλωση τυποποιημένου βιολογικού ελαιόλαδου παρουσίασε αύξηση της τάξης του 22% την περίοδο 2005 - 2006, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής παραγωγής (περίπου 70% το 2006) έχει ως προορισμό χώρες του εξωτερικού.
Οι πρακτικές της βιολογικής γεωργίας:
Αμειψισπορά ως βασική προϋπόθεση για ορθολογική χρήση των διαθέσιμων φυσικών πόρων.
Πολύ αυστηρά όρια στη χρήση προϊόντων φυτοπροστασίας και συνθετικών λιπασμάτων, ζωικών αντιβιοτικών, συντηρητικών και προσθετικών στην επεξεργασία των τροφίμων καθώς και άλλες εισροές.
Πλήρης απαγόρευση της χρήσης γενετικά τροποποιημένων οργανισμών.
Χρησιμοποίηση των αυτοπαραγόμενων πόρων, όπως το ζωικό κοπρολίπασμα ή οι τροφές που παράγονται στο αγρόκτημα.
Eπιλογή φυτικών και ζωικών ειδών ανθεκτικών σε ασθένειες και προσαρμοσμένες στις τοπικές συνθήκες της περιοχής.
Εκτροφή ζώων ελευθέρας βοσκής και όχι ενσταβλισμένων με τη χρήση βιολογικών ζωοτροφών.
Εφαρμογή κτηνοτροφικών πρακτικών για την εκτροφή ζώων κατάλληλων για διαφορετικές ράτσες.
Του Δημητρη Ιωαννιδη











