ΛΑΠΗΘΚΙΩΤΙΚΑ ΜΑΧΑΙΡΙΑ – Χριστάκης Ζαραπατάκης: Ο τελευταίος τεχνίτης

maxairia

ΛΑΠΗΘΚΙΩΤΙΚΑ ΜΑΧΑΙΡΙΑ – Χριστάκης Ζαραπατάκης: Ο τελευταίος τεχνίτης

maxairia
 
Ο Χριστάκης Χαρίτου Ζαραπατάκης είναι ο τελευταίος κατασκευαστής λαπηθιώτικων μαχαιριών στην Κύπρο. Της τοπικής μικροβιοτεχνίας που σαν τέχνη είχε τον κληρονομικό της κύκλο από γενιά σε γενιά και ως το 1974 ανθούσε γερά στη Λάπηθο. Παρά τα 89 του χρόνια συνεχίζει ακούραστα να ασκεί καθημερινά με όλες του τις δυνάμεις την τέχνη του Ηφαίστου στο μικρό εργαστήρι του, στο παλιό χάνι της Αγοράς στην Πάφο. Τα μαχαίρια του, σημαδεμένα με τα αρχικά ΧΧ (Χριστάκης Χαρίτου – Χαρίτος ήταν ο πατέρας του, ξακουστός κι αυτός Λαπηθιώτης κωμοδρόμος της εποχής του) είναι πασίγνωστα σε όλη την Κύπρο. «Εν έσχει κρεοπωλείον εις την Κύπρον που εν έσχει τες ππάλες μου», μας λέει. «Ούλλα όμως εσκολάσασιν. Είμαι ο τελευταίος που κάμνω τούτην την δουλειάν».
 
Του Παύλου Νεοφύτου

 
Τον ρωτάμε πώς ξεκίνησε αυτή την τέχνη. «Ευρέθηκα κωμοδρόμος, διότι ήταν ο πατέρας μου τζιαι ο παππούς μου. Στην Πάφο εδοξάζασιν τον πατέραν μου για τα δρεπάνια του! Έβαλλεν το όνομάν του πάνω τζιαι εγυρεύκαν τον ν’ αγοράσουσιν δρεπάνιν… 5 Μαϊου στην Τίμην, 12 Μαϊου εις την Δρούσιαν, 18 εις την Ελεθκιόν, 3 Ιουνίου εις την Τσάδαν ήταν η τελευταία πανήγυρις της σεζόν να πούμεν για τα δρεπάνια. Αντίναξε την κάσιαν που τα δρεπάνια εις την Τσάδαν!»
 
« Ποια εν η τέχνη για να κάμεις μασχαίρι;»
 
«Τώρα να δεις», λέει και κατευθύνεται προς ένα παλιό ψυγείο, το οποίο χρησιμοποιεί σαν αποθήκη των μαχαιριών. Βγάζει έξω μια πλαστική σακούλα όπου έχει μέσα φυλαγμένα πέντε-έξι τσιακκιά με μαύρο μπογιατισμένο μανίκι, από αυτά που κλείνουν μέσα στο μανίκι. Χτυπά όλα τα μανίκια με δύναμη στην καρέκλα για να βγει έξω από το τραγίσιο κέρατο ο σουγιάς.
 
«Κάμνεις διάφορα είδη μασχαιρκών;»
 
«Ναι. Κάμνω μασχαίρκα του χτερμάτου, σχοιρομάσχαιρα τζιαι τσιακκιά».
 
«Πόσην ώρα σου παίρνει να κάμεις έναν τσιακκίν;»
 
«Ε…θέλει δκυο-τρεις ώρες. Θέλει να ισσιώσεις μανίτζιν, να πιττακώσεις το ατσάλιν. Θέλει τέχνην, να πούμεν, εις το βράσμαν, να μεν το βράσεις πολλά τζιαι την ώρα που το βάφω πρέπει να ππέσει η βράστη του, για να το βουττήσω μες το νερό, γιένεται ολόασπρον σαν το γάλα. Τζιαι αφήνω την βαφήν του να κανονιστεί για να το σβήσω. Καλό…εν ούλλα τεχνικά, εν δαμέ που δουλεύκει πρώτα για να κάμεις κάτι», λέει ο κ. Χριστάκης, χτυπώντας επίμονα με τον δείχτη του χεριού το κεφάλι.
DSC07223
 
«Ξέρεις πόθεν είμαι;», ρωτά.
 
«Πόθεν είσαι;»
 
«Που τον Παράδεισο! Που την Λάπηθο!», λέει, δείχνοντας απέναντι στον τοίχο μια παλιά φωτογραφία, λίγο θολή από τον καιρό. Στα αριστερά της κρέμονται από ένα σίδερο καρφωμένο στον τοίχο οι αρίδες, με τις οποίες τρυπά τα μανίκια.
 
«Είναι το θκιαμάντιν της Μεσογείου, διότι είσχεν ποταμόν, που επήγαζεν που το τελευταίον σπίτιν τζειπάνω τζιαι επήαινεν ούλλην εφτομάδα κάτω. Είσχεν 15 αλευρόμυλους. Έρκουνταν που τα τριγύρoυ χωρκά τζιαι αλέθασιν. Τζει κάτω στον τελευταίον αλευρόμυλον είσχεν ζύγιν τζιαι εμοιράζετουν ο ποταμός, επήαινεν ο μισός δεξιά τζιαι ο άλλος αριστερά τζιαι εποτίζαν ο κόσμος, ερίζαν τον με την ώρα. τζιαι είσχεν άλλες 20 βρύσες τρεχάμενα νερά, που κανένας άλλος τόπος στην Κύπρον εν είσχεν έτσι, διότι ήταν το βουνόν που πάνω». 
 
Ο Χρηστάκης Ζαραπατάκης θυμάται και μιλά για τη Λάπηθο με συγκίνηση και νοσταλγία. Εκείνη η μισοσβησμένη φωτογραφία, αποτελεί μια ανοιχτή »πόρτα φυγής» προς τη γενέτειρα γη.
 
«…Αλλά σου συστήνω να πάεις εις την Λάπηθον. Τζιαι να πάεις πάνω στο Κεφαλόβρυσον. Τζειπάνω τζει. Η ονομασία του Κεφαλόβρυσου μες τα βιβλία είναι »Εφτά βρύσες», διότι επήγαζεν που εφτά τόπους, αλλά η κυρίως πηγή ήταν τζει έξω. Αλλά είπαμεν, έσχει άλλες 20 σωλήνες με τρεχάμενα νερά εκτός του Κεφαλόβρυσου».
 
«Ήντα ώρες έρκεσαι δαμέ;»
 
«Έρκουμαι η ώρα οκτώ το πρωί τζιαι φεύκω η ώρα μιά. Έρκουμαι το απόγευμα η ώρα δκυόμιση ως η ώρα τέσσερις…τεσσερισίμιση…πέντε. Ποσκολιούμαι. Μα γιατί εν παραιτάς λαλούν μου; Λαλώ τους ε να παραιτήσω πιον τωρά στα 89 μου χρόνια; Τι να κάμουμεν; Έτω ποσκολιούμαι δαμέ. Να πάω στο καφενείον να παίζω ττάβλιν, να καρτερώ να πεθάνω; ‘Ε, ώσπου πάμεν. Η ζωή εν προσωρινήν».
 
«Έρκουνται συχνά δαμέ άτομα τζιαι παραγγέλλουν σου μασχαίρκα;»
 
«Ε βέβαια».
 
«Πόσα χρόνια είσαι δαμέσα;»
 
«Έσχει 40 χρόνια».
 
«Εν ήρτεν κανένας δαμέ να σου πει να τον μάθεις;»
 
«Ήρταν πολλοί, αλλά έρκουνται τζιαι φεύκουν…».
 
«Εν έσχεις παιδκιά να συνεχίσουν την τέχνην σου;»
 
«Έχω δκυο κόρες…».
 
Οι αναμνήσεις από τις δουλειές του κ. Χρηστάκη φτάνουν μέχρι την Καρπασία.
 
«Επήαινα ως το Ριζοκάρπασον, Γυαλούσα, τζιαι έπαιρνα δρεπάνια τζιαι εκάμναν τα γιάομαν. Αλλά ήταν η καραντί η δουλειά μου. Εκόφκαν όπως το ξιουράφι τα δρεπάνια μου. Το λοιπόν, στην Αγίαν Τριάδαν λαλεί μου ένας, ο μακαρίτης… – εξέχασα τζιαι το επίθετόν του – ναι, που… το καφενείον τζιαμέ στην Γυαλούσαν, που έβαλλα τα δρεπάνια,»να μου ΄φύκεις αύριο δρεπάνια», λαλεί μου, »τζιαι να πάεις εις την Αγίαν Τριάδαν τζιαι ε να κάμεις δουλειάν πολλήν». Επήα. Επούλησα δρεπάνια. Λαλούν μου »15 άτομα θέλουμεν δρεπάνια για τα σιτάρκα – εδουλεύκαν πολλά με το σιτάριν τότε – τζιαι έστειλά τους 15 δρεπάνια με το λεωφορείον που έρκετουν εις τη Λευκωσίαν. Τζιαι έστειλά τους τζιαι έγραψά τους ότι θα πάω την τάδε ημέραν για να πάω στον Απόστολον Αντρέαν, λαλώ τους, τζιαι θα περάσω. Τζιαι ήταν ούλλοι τζιαμέ στο καφενείον τζιαι επεριμέναν με, κύριε μου!… Άλλος κόσμος τζει κάτω! Ελάλεν σου κάτι, τζια ήταν πραγματικό!»
 
«…Αλλά λυπούμαι τζείνον τον τόπον…», λέει ο κ. Χρηστάκης κοιτάζοντας πάλι απέναντι στη φωτογραφία
 
«Το ’58 επιάσαν μας οι Εγγλέζοι, εσηκώσαν μας που το κρεβάτι, επήραν μας κάτω στην πλατεία της γειτονιάς. Τζιαμέ είσχεν εφτά καφενεία, τζιαμέ στην γειτονιάν μας. Έρκετουν το λεωφορείο το πρωί τζιαμέ τζιαι εξεκίναν που τζιαμέ να δόκει γυρόν της Λαπήθου, να πιάει τους επιβάτες να τους πάρει στο γραφείον τζιαι που το γραφείον εις την Λευκωσίαν, Τζερύνειαν….Το λοιπόν εστήσαν μας οι Εγγλέζοι πάνω στον τοίχον τζιαμέ, τζιαι η βρύση ομπρός μας έτρεσχεν. Έσσυψα την τζιεφαλήν μου πίσω να δω, πετάσσεται το Εγγλεζούι εφόπλου λογχή, »Ι’ll kill you», λαλεί μου. Aπάντησά του στα εγγλέζικα, έξερα την φράσην την σωστήν: »Nobody lives forever!», λαλώ του. Έμεινεν χάσκοντας, εκατέβασεν το όπλον τζιαι επήεν τζει».
 
Ο Χρηστάκης Ζαραπατάκης διηγείται τη συγκεκριμένη σκηνή και αντλεί απόλαυση.
 
«Θυμάσαι το καλύττερον μασχαίριν που ‘καμες;»
 
Απορεί με την ερώτηση.
 
«Μα εν ούλλα καλά τα μασχαίρκα μου», λέει με σιγουριά. «Πρέπει να το κάμεις να σου αρέσει εσένα πρώτα για να αρέσει του άλλου».

Share this post